περιεχόμενα                                                                                           χιούμορ

 

ανέκδοτα 1

 

μια μερα βλεπει ο σουπερμαν απο ψηλα την γουοντερ γουμαν ξαπλωμενη γυμνη με τα ποδια ανοιχτα.

με την σουπερ ταχυτητα του κατεβαινει αστραπιαια,  την πηδαει και σε κλασματα μικροδευτερολεπτου την εχει κοπανη-σει.

στο εδαφος η γουοντερ γουμαν ρωταει τον αορατο ανθρωπο που την πηδουσε, " τι επαθες " ?

και αυτος απαντα...    "δεν ξερω, ενιωσα ενα αερακι και ξαφνικα τσουζει ο κωλος μου"

 

 

χαλαει μια μερα το πλυντηριο και λεει η συζυγος στον συζυγο: "αντρα μου χαλασε το πλυντηριο..." 

"με ξερεις εμενα ρε γυναικα  να φτιαχνω πλυντηρια? " της απανταει αυτος.  

την αλλη μερα του ξαναλεει:  "αντρα μου καηκε η λαμπα στην κουζινα". 

"καλα, με ξερεις εμενα να αλαζω λαμπες?" της λεει αυτος. 

την επομενη γυριζει σπιτι ο συζυγος και τα βρισκει ολα επιδιορθωμενα .

"επιτελους ρε γυναικα , φωναξες τον μαστορα .  και ποσα σου πηρε? " 

"α, αντρα μου, δεν ηθελε λεφτα . μου ζητησε να του κανω ή μια πιτα ή μια πιπα " . 

" και τι εκανες , του εφτιαξες πιτα? "  ρωταει αυτος... 

"καλα βρε αγορι μου, με ξερεις εμενα να φτιαχνω πιτες? " 

 

 

το ζευγάρι, μετά από μια μέρα στο πολυτελές ξενοδοχείο, είναι στη reception και κάνει Check-out. 

"τι οφείλω;", ρωτάει εκείνος.

"40.000 κύριε", έρχεται η απάντηση. 

"μα πίσω από την πόρτα έλεγε 28.000 η μέρα μαζί με το πρωινό", διαμαρτύρεται ο άνθρωπος.

"ναι, αλλά είναι και 5.000 για τη πισίνα και 7.000 για το τέννις", παρατηρεί πολύ ευγενικά ο ρεσεψιονίστ.  

"αφού ούτε μπάνιο κάναμε, ούτε τέννις παίξαμε", επιμένει ο αγανακτισμένος πελάτης.  

"εδώ ήτανε κύριέ μου, μπορούσατε να παίζατε" , του απαντά πάλι με παγερή ευγένεια ο υπάλληλος. 

"σύμφωνοι, αλλά μείον 30.000 γιατί μου πήδηξες τη γκόμενα", φωνάζει έξαλλος ο δικός μας. 

"μα τι λέτε κύριε; ποτέ δεν άγγιξα την κυρία !"  " ΕΔΩ ΗΤΑΝΕ, ΑΣ ΤΗ ΓΑΜΟΥΣΕΣ !"

 

 

ενας πλούσιος και ένας φτωχός συζητάνε για το τι δώρο κάνανε στις γυναίκες τους στα γενέθλιά τους.

"εγώ της πήρα μια Mercedes και μια Jaguar", λέει ο πλούσιος. "άμα δεν της αρέσει το ένα να έχει το άλλο". 

"καλά έκανες", του απαντάει ο φτωχός.  "εγώ της πήρα ένα ζευγάρι παντόφλες και ένα δονητή.

αμα δεν της αρέσουν οι παντόφλες .... να πάει να γαμηθεί".

 

 

ενα ζευγάρι αποφασίζει να το κάνει από το πρώτο ραντεβού. 

το πρόβλημα είναι ότι ο τύπος είναι πρωτάρης,  οπότε η γκόμενα για να τον ενθαρρύνει του λέει να μην ανησυχεί,  δεν είναι τίποτα και όλα θα πάνε καλά αν κάνει ό,τι κάνει κι αυτή. 

στην κρεβατοκάμαρα πλέον η γκόμενα αρχίζει να βγάζει την μπλούζα της.  βγάζει κι αυτός το πουκάμισό του. 

αυτή βγάζει τη φούστα της,  αυτός το παντελόνι του.

αυτή βγάζει τα εσώρουχά της,  αυτός το σώβρακό του.

εκείνη ξαπλώνει ανάσκελα στο κρεβάτι, το ίδιο κι εκείνος ακριβώς δίπλα της. 

εκείνη ανοίγει τα πόδια της,  ανοίγει κι εκείνος τα πόδια του! 

και η γκόμενα λεει αγανακτησμενη:   "καλά, ρε μαλάκα, τι περιμένεις τώρα;  να φωνάξω κανέναν απέξω να μας γαμήσει και τους δύο;"

 

 

Κάποτε ένας χωρικός αγόρασε πέντε αγελάδες,  να παίρνει το γάλα της ημέρας του και να βγάζει και το κάτιτίς του από ότι θα περίσσευε.

Από τότε όμως που τις πήρε δεν είδε ούτε σταγόνα γάλα.

Είδε κι απόειδε ο χριστιανός και παίρνει τηλέφωνο τον κτηνίατρο στο κεφαλοχώρι:   -  Δεν κατεβάζουν οι τσούπρες μου γάλα γιατρέ μου. Τι να τις κάνω; Για φιγούρα θα τις έχω;

- Βρε χαζέ, του λέει ο γιατρός, πως να κατεβάσουν γάλα άμα δεν κανουνε ερωτα; Πήγαινέ τις στο ταύρο να τις γκαστρώσει και θα δείς που θάχεις μπόλικο γάλα. -

Τώρα μάλιστα !!! Τη κάτσαμε τη βάρκα, λέει απελπισμένος ο χωρικός. Εδώ δεν υπάρχει ταύρος σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων.

- Ε τότε δεν σου μένει παρά να τις βατεψεις εσύ, του απαντά με πολύ φυσικό τρόπο ο γιατρός. Φόρτωσέ τις στο φορτηγό σου πρωί πρωί, πήγαινέ τις στο βουνό, διάβασε κανένα πορνοπεριοδικό και δώσε τις να καταλάβουν !!

- Τι λές μωρέ γιατρέ; διαμαρτύρεται ο φουκαράς ο χωρικός, θα πηδάω τα γελάδια μου; Για ποιον με πέρασες;

Ο γιατρός τσαντίζεται και τον αποπαίρνει: - Ακου να δεις, άμα δεν μπορείς να το κάνεις κακό του κεφαλιού σου. Καλύτερα πέτα τις !! Δεν είναι και τόσο φοβερό ρε παιδί μου. Δοκίμασε αύριο το πρωί και θα με ευγνωμονείς.  

Μόλις τις ξαναφέρεις, παρατήρησε τη συμπεριφορά τους. Αμά πιάσει από ένα δένδρο η κάθε μία και βόσκει με σκυμμέ-νο το κεφάλι, η δουλειά  πέτυχε,  ενώ άμα κοιτάνε σα  χαζές δεξιά και αριστερά, πρέπει την άλλη μέρα να τις ξαναπηδή-ξεις .

"Ρε που μπλέξαμε" σκέφτεται ο χωρικός, αλλά τι να κάνει, την άλλη μέρα το πρωί, φορτώνει τις αγελάδες στο φορτηγάκι τις πάει στο βουνό, χτυπάει και δύο Viagra και αρχίζει το "τι σου κάνω μάτια μου".

Κάποτε, τελειώνει το θεάρεστο έργο του και ξαναγυρνάει στο σπίτι του μαζί με το τετράποδο χαρέμι του. Με πολλή αγωνία αρχίζει να παρακολουθεί τις κινήσεις των ζωντανών, αλλά δυστυχώς οι αγελάδες χαζεύουν δεξιά κι αριστερά και με κάθε τρόπο δείχνουν ότι αδικα πηγε ο κοπος του .

Αναγκαστικά, την άλλη μέρα νωρίς νωρίς το πρωί, η μοναξιά του κτηνοβάτη συνεχίζεται. Τι την Ορνέλα Μούτι φαντασίωνε, τι τη γειτόνισα, τι τη φουρνάρισα, τελικά κακήν κακώς τα κατάφερε να ολοκληρώσει για μια ακόμη φορά την πρωι-νή του ηδυπάθεια και πτώμα στη κυριολεξία να ξαναγυρίσει στο σπίτι του.

Μάταια όμως και πάλι, γιατί οι αγελάδες εξακολουθούσαν να έχουν το χαζοβιολέ στυλ και να τον δαιμονίζουν. Η δουλειά αυτή συνεχίστηκε για άλλη μια μέρα, οπότε ο άνθρωπος είχε ρέψει στα πόδια του πια και τεζάρισε στο κρεββάτι όπου κοιμήθηκε για 24 ώρες σχεδόν.

Ξυπνώντας το άλλο πρωί, λέει στη γυναίκα του: -  Κοίταξε βρε Κρουστάλλω μου, τι κάνουν αυτές οι αναθεματισμένες. Είναι κάτω από ένα δένδρο ή κοιτάνε σα χαζές δεξιά κι αριστερά;

- Δεν ξέρω τι μ' λες εσύ Μήτρο μ', αλλά αυτές έχουν ανέβει στο φορτηγάκι και σε περιμένουνε.

Η μία μάλιστα κορνάρει...

 

 

Μια μέρα μπαίνουν μέσα σε μια τράπεζα δύο τύποι και φώναζουν: - "Ψηλά τα χέρια ληστεία".

Ο ένας ήταν το αφεντικό και ο άλλος ο βοηθός.

Ξαφνικά λέει το αφεντικό στον βοηθό: - "Βάλτους όλους στην άκρη με τα χέρια ψηλά".

Στο μεταξύ ανάμεσα στο πλήθος υπήρχε και μια γριούλα. Ο βοηθός απαντάει: - "Και τη γριούλα αφεντικό;"

Και το αφεντικό απαντά: - "Και τη γριούλα μαλάκα".

Σε λίγο λέει: - "Πάρε από όλους ότι χρήματα έχουν πάνω τους και ότι πολύτιμο αντικείμενο".

- "Και τη γριούλα αφεντικό;" - "Και τη γριούλα μαλάκα".

Τέλος το αφεντικό προστάζει για τελευταία φορά το βοηθό: -  "Στείσε όλες τις γυναίκες στον τοίχο για να έρθω να τις πηδηξω".

Και ο βοηθός: - "Και τη γριούλα αφεντικό;"

Και η γριούλα - "Και τη γριούλα μαλάκα".

 

 

Ήταν τρεις φίλες, η Αννα, η Βαρβάρα και η Γωγώ.

Αυτές λοιπόν οι τρεις φίλες, πήγαιναν κάθε απόγευμα για καφέ.

Ένα απόγευμα λοιπόν λέει η Αννα: - "Κορίτσια, δεν θα πιστέψετε τι μου συνέβει χθες.

Ήρθε ο Ανδρέας αργά από την δουλειά του, κατασκοτωμένος από την κούραση και του λέω: - "Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ, να σε ξεκουράσω εγώ." Kι έτσι έγινε. Mέχρι να βγει από το μπάνιο, εγώ είχα φορέσει ότι πιό πρόστυχο εσώρουχο είχα και τον περίμενα. Μόλις βγήκε, του τραβάω την πετσέτα του, τα πιάνω και του λέω: - "Mωρό μου, τι κρύα αρ..... είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω εγώ."  Kι έγινε κορίτσια της τρελλής μέχρι το πρωί!

- "Θα το δοκιμάσω κι εγώ", λέει η Βαρβάρα.

Την επόμενη μέρα λοιπόν, βρίσκονται πάλι οι τρεις φίλες και κατενθουσιασμένη η Βαρβάρα τους λέει: - "Αννα είχες απόλυτο δίκιο. Έκανα ακριβώς το ίδιο και είχε... φοβερά αποτελέσματα. Ήρθε χθές ο Βασίλης από τη δουλειά, ψώφιος από την κούραση. Και του είπα: - "Πήγαινε μωρό μου να κάνεις ένα κρύο μπάνιο κι έλα εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω." Mέχρι να βγει από το μπάνιο,  φόρεσα ότι  πιό πρόστυχο βρήκα μπροστά μου και μόλις βγαίνει από το μπάνιο,  του τραβάω την πετσέτα, του τα πιάνω και του λέω: - "Mωρό μου, τι κρύα αρ..... είναι αυτά που έχεις; Έλα εδώ να σου τα ζεστάνω." Kι έγινε της κόλασης μέχρι το πρωί.

Tότε, σκέφτηκε και η Γωγώ: - "Γιατί μόνο αυτές; Θα δοκιμάσω κι εγώ!"

Την επόμενη μέρα λοιπόν, θα ξαναβρίσκονταν οι τρείς φίλες. Η Βαρβάρα όμως είχε περιέργος αργήσει. Κάποια στιγμή, μετά από πάρα πολύ ώρα, έρχεται η Γωγώ, μαύρη από το ξύλο, γεμάτη μελανιές και γδαρσίματα.

- "Τι έπαθες καλέ;", τη ρωτάνε οι φίλες της.

- "Να, εχθές όταν ήρθε ο Γιάννης από την δουλειά, πεθαμένος από την κούραση, του λέω:  -  "Πήγαινε μωρό μου να κά-νεις ένα κρύο μπάνιο και έλα μετά εδώ σε εμένα να σε ξεκουράσω.

" Eν τo μεταξύ, φόρεσα ότι πιό πρόστυχο είχα στο σπίτι (Σνιφ-σνιφ)

- "Ε, ωραία και μετά τι έγινε;"

- "Μόλις βγήκε από το μπάνιο, πάω κοντά του, του τραβάω την πετσέτα και του λέω:

- "Mωρό μου, γιατί έχεις ζεστά αρ.....; O Aνδρέας και ο Bασίλης τα είχαν κρύα!"

 

 

Ο Μπόμπος με τον πατέρα του, είχαν πάει βόλτα στην πόλη.

Ο Μπόμπος, ήταν μικρός και ρωτούσε συνέχεια τον μπαμπά του για τα διάφορα που έβλεπε.

- "Μπαμπά, τί είναι αυτό;" - "Νοσοκομείο είναι παιδί μου", του απαντούσε ο μπαμπάς του.

- "Μπαμπά, τί είναι εκείνο;" - "Σχολείο είναι παιδί μου."

Κάποια στιγμή, πέρασαν και από ένα οίκο ανοχής. - "Μπαμπά τί είναι αυτό;", ρωτάει ο μικρός. - "Αυτό, είναι το σπίτι που ευφραίνονται".

Την άλλη μέρα ο Μπόμπος το σκάει από το σπίτι του και πάει στον οίκο ανοχής. Μπαίνει μέσα και λέει:  -  Ήρθα να ευ-φρανθώ!!

- Όχι, είσαι μικρός του απαντάει η υπάλληλος.

-Όχι δεν φεύγω , λέει ο Μπόμπος.

- Καλά, του λέει αυτή, θέλεις μια φέτα με μέλι; -Θέλω, λέει αυτός και την τρώει. - Αλλη θες; - Θέλω!! - Τρίτη θέλεις;; - Θέλω, λέει ο Μπόμπος όμως δεν μπόρεσε να την φάει και γλύφει μόνο το μέλι.

Στο μεταξύ ο πατέρας του είχε τρελαθεί να τον ψάχνει. Στο τέλος τον βρίσκει έξω από τον οίκο ανοχής.

- Μπόμπο!! Τι έκανες εκεί μέσα;;

Και ο Μπόμπος: - Πατέρα, τις δύο τις κατάφερα! Της τρίτης  της πάτησα ένα γλύψιμο!!!

 

 

Μια κυρία πηγαίνει σε ένα μπουρδέλο για γυναίκες και ζητάει απο την τσατσά έναν άντρα που αργεί να τελειώσει.

- Α!! της λέει η τσατσά θα σου στείλω τον Τάκη είναι πολύ αργός, θα καταευχαριστηθείς.

Πηγαίνει με τον Τάκη την κουτουπώνει για 2 ώρες αλλα αυτή επιμένει να της στείλουν έναν ακόμα πιο αργό άντρα.

- Α!!! της λέει η τσατσά θα σου στείλω τον Γιάννη,μιλάμε θα σε μουρλάνει.

Πηγαίνει η κυρία με τον Γιάννη την κουτουπώνει για 4 ώρες αλλα αυτή ακόμα επιμένει για έναν πιο αργό άντρα.

- Χμ!!! ,της λέει η τσατσά, για την περιπτωσή σου μου μένει μόνο μια λύση. Θα σου στείλω αύριο το Μητσάρα.

Περιμένει σ`ένα ξενοδοχείο η κυρία τον Μητσάρα και να, εμφανίζεται ένας και γαμώ τυπάκος ντυμένος με μια κουστουμιά Αρμάνι των 1.000.000 δραχμών.   Γδύνεται λοιπόν, αρπάζει τα ρούχα του τα πετάει μέσα στο τζάκι και ορμάει στην κυρία.

Αυτή τα χάνει και του λέει. - Καλά ρε Μητσάρα πέταξες τόσο ακριβά ρούχα στο τζάκι;Κρίμα είναι.

Και αυτός της απαντά: - Όταν τελειώσει ο ΜΗΤΣΑΡΑΣ, αυτά θα είναι ντεμοντέ!

 

 

Μια φορά κάποια γυναίκα πάει στην εκκλησία για να εξομολογηθεί. -"Παππά μου, έχω αμαρτήσει!"

- "Τι έκανες τέκνον μου;", τη ρωτάει ο παππάς. - "Χθές είχα βγει με έναν άντρα και μου έπιασε το χέρι."

Ο παππάς πάει μέσα στο ιερό,   ανοίγει το computer και τσάκα τσούκα τα κουμπάκια παίρνει μια απάντηση,  βγαίνει έξω και της λέει: - "15 μέρες νηστεία και θα συγχωρεθούν οι αμαρτίες σου τέκνον μου."

Μετά από καιρό ξαναπάει η ίδια γυναίκα στον παπά να εξομολογηθεί. - "Τι έκανες τέκνον μου;", τη ρωτάει ο παππάς.

- "Πάτερ μου, εχθές βγήκα με έναν άντρα, με φίλησε και με χούφτωσε!"

Πάει μέσα ο παππάς, τσάκα τσούκα τα κουμπάκια... βγαίνει έξω και της λέει:  - "Ένα μήνα νηστεία και θα συγχωρεθούν οι αμαρτίες σου."

Φεύγει λοιπόν η γυναίκα... Μετά από ένα μήνα πηγαίνει ξανά στην εκκλησία και λέει στον παπά να την εξομολογήσει.

- "Τι έκανες τέκνον μου;", τη ρωτάει ο παππάς.

- "Πάτερ μου, χθές βγήκα με έναν άντρα, με πήγε στο σπίτι του, με πέταξε στο κρεβάτι του, με έγδυσε και έπεσε από πάνω μου, αλλά δεν μου τον έβαλε όλο!"

Πάει μέσα ο παππάς ανοίγει το PC, τσάκα τσούκα τα κουμπάκια, τσάκα τσούκα τα κουμπάκια...τίποτα.

Ξανά, τσάκα τσούκα τα κουμπάκια, τσάκα τσούκα τα κουμπάκια... τίποτα.

Βγαίνει λοιπόν έξαλλος έξω και της λέει: - "Πήγαινε τεκνο μου  να σου τον βάλει όλο γιατί το computer μου βγάζει δεκαδικούς!"

 

 

ενας  γαϊδαρος  κι  ενας  σκυλος  ηταν  κλεισμενοι  στον  ιδιο  αχυρωνα . 

εκει  που  βαριοντουσταν ,  λεει  ο  γαϊδαρος :  ρε  φιλε  ειμαστε  κλεισμενοι  εδω  και  δεν  υπαρχει  ελπιδα  να  βρουμε  θηλυκο ....   δεν  το  κανουμε  μεταξυ  μας ? 

συμφωνησε  ο  σκυλος ,  και  εκατσε  πρωτος  ο  γαϊδαρος . 

την  ωρα  της  πραξης  ο  γαϊδαρος  βογγουσε ,  αναστεναζε,  εκανε  οτι  μπορουσε  για  να  ειναι  πειστικος  στον  ρολο  του.  

ηρθε  η  σειρα  του  σκυλου  να  κατσει ,  αλλα  δεν  εβγαζε  λαλια ,  μονο  καθοταν  τεντωμενος  και  σφιγμενος . 

τον  γαϊδαρο  τον  πηρε  το  παραπονο ... 

ρε  φιλε ,  λεει  του  σκυλου,  εγω  σου  εκανα  ενα  σωρο  τσαλικια  για  να  φτιαχτεις,  κι  εσυ  δεν  κουνιεσαι  καν.    

ρε  κουμπαρε,  του  λεει  ο  σκυλος  μεσα  απ  τα  δοντια,  βγαλτην  δεκα  ποντους  να  μπορω  να  μιλησω  τουλαχιστον 

 

 

μια  μερα  η  δασκαλα  εκανε  στα  παιδακια   προφορικο  τεστ ... 

ποιο  παιδακι  θα  μου  πει  τι  ειναι  χοντρο, ζει  στη  ζουγκλα , κι οταν  τρεχει  σειεται  το  εδαφος ?       

κυρια,  κυρια,  σηκωναν  το  χερι  οι  μαθητες .....  

πες  μου  εσυ  καιτουλα ,  λεει  η  δασκαλα . 

ο  ελεφαντας ,  λεει  η  καιτουλα .  

αχ,  καιτουλα  μου,  ειναι  ο  ρινοκερος,  λεει  η  δασκαλα,  αλλα  δεν  πειραζει,  μου  αρεσει  ο  τροπος  που  σκεφτεσαι 

πεστε  μου  τωρα   τι  ζωο  εχει  μακρυ  λαιμο ??? 

κυρια,  κυρια ,  παλι  τα  παιδακια .  

πες  μου  εσυ  κωστακη,  λεει  η  δασκαλα . 

η  καμηλοπαρδαλη ,  λεει  ο  κωστακης . 

αχ  κωστακη  μου,  ειναι  η  στρουθοκαμηλος,  αλλα  μου  αρεσει  ο  τροπος  που  σκεφτεσαι .   

 

κυρια ,  κυρια ,  φωναζει  ο  μπομπος ,  να  πω  κι  εγω  μια  ερωτηση ?  

πες  την  μπομπο  μου,  λεει  η  δασκαλα .  

τι  ειναι  αυτο  που  κραταω  στην  τσεπη  μου,  και  ειναι  μακρυ,  σκληρο  και  εχει  κοκκινο  κεφαλι ?   λεει ο  μπομπος 

 

εγινε    εξαλλη  η  δασκαλα ....  

εξω  παλιοπαιδο  απ  την   ταξη,  του  φωναζει .  

φευγοντας  ο  μπομπος  γυριζει  και  της  λεει  :   σπιρτο  ητανε,  αλλα  μου  αρεσει  ο  τροπος  που  σκεφτεσαι  .

 

 

βγαινει  μια  μερα  ενας  αμερικανος  λοχαγος  του  ιππικου  στο  προαυλιο  του  στρατοπεδου,  και  βλεπει  μαζεμενους  τους  στρατιωτες  να  φωναζουν . 

τι  τρεχει  ρε  στραβαδια ?  τους  ρωταει  .  

να  κυριε  λοχαγε, ο  μπιλυ  ο  κοντος  απεκτησε  ενα  τεραστιο  πεος,  του  λενε  με  θαυμασμο. 

παει  στον  μπιλυ ο  λοχαγος ,  και  οντως  ειχε  ενα  τεραστιο  εργαλειο.  

πως  εγινε  αυτο  ρε  στραβαδι  ?  τον  ρωταει . 

να  κυριε  λοχαγε ,  στο   ξερο  δεντρο  στην ερημο,  συναντησα  μια  κουκουβαγια  που  με  ρωτησε  τι  χαρη  θελω  να  μου  κανει .  και  εγω  ειπα ,  ενα  εργαλειο  σαν  του  αλογου  μου .  

 

σελωστε  μου  ενα  αλογο,  διαταζει  ο  λοχαγος,  και  φευγει  καλπαζοντας  για  την  ερημο. 

στο  ξερο  δεντρο  ηταν  οντως  μια  κουκουβαγια . 

τι  χαρη  θελεις  να  σου  κανω  ?  τον  ρωταει .  

θελω  ενα  εργαλειο  ,  μεγαλυτερο  απ  του  αλογου  μου,  λεει  ο  λοχαγος . 

 

μετα  απο  καμμια  ωρα,  βλεπουν  οι   στρατιωτες  τον  λοχαγο  ναρχεται  κατακοκκινος  απο  τα  νευρα . 

μπαινει  στη  πυλη  και  φωναζει  εξαλλος....   ποιος  π-----ς  μου  σελωσε  την  φοραδα  ???

 

 

παει  μια  μερα  ενας  χωρικος  σε  ενα  γειτονα  του  και  του  λεει :   ρε  κουμπαρε,   να  αφησω  τον  ταυρο  μου  στον  σταυλο  σου,  γιατι  ειναι  σε  εξαψη  και  δεν  αφηνει  τις  αγελαδες  ουτε  να  φανε . 

αστον  κουμπαρε,  λεει  ο  γειτονας,  εγω  εχω  μονο  τον  γερο  γαϊδαρο  μου  στον  σταυλο. 

αλλα  για  ειμαστε  σιγουροι,  θα  τον  σκεπασω  με  ενα  σεντονι .  

μετα  απο  καμμια  ωρα,  ακουει  τρομερη  φασαρια  απο  τον  σταυλο,  και  τον  γαϊδαρο  να  γκαριζει.  

τρεχει  και  βλεπει  σπασμενη  την  πορτα ,  και  τον  γαϊδαρο  αφαντο. 

παιρνει  δρομο  κι  αρχιζει  να  τον  ψαχνει . 

συνανταει  εναν  περαστικο  και  τον  ρωταει ...    μηπως  συναντησες  εναν  γαϊδαρο  να  τρεχει ,  με  ενα  σεντονι  στην  πλατη ?  

ρε  κουμπαρε ,  λεει  ο  περαστικος ,  ειδα  ενα  γαϊδαρο,  αλλα  οχι  με  σεντονι .  

αυτος  που  ειδα ,  ειχε  ενα  μαντηλακι  στον  κολο  . 

 

 

ενα πειρατικό καράβι ειχε στο πλήρωμα του  και έναν μούτσο που είχε ύψος 40 πόντους.

ο πειρατής δεν συμπαθούσε καθόλου τον μούτσο και συνεχώς τον είχε στο τρέξιμο.

μια μέρα τον πετυχαίνει κάπου να κάθεται και γίνεται έξαλλος :  "τσακισου αμέσως τσιμπλα κοκοβιου να καθαρίσεις την καμπινα μου", του λέει.

τι να κάνει κι ο καημένος ο μούτσος, πήγε.

εκεί που καθάριζε βρίσκει ένα λυχνάρι. το τρίβει και βγαίνει το τζίνι.

- "στις διαταγές σου αφέντη", λέει το τζίνι.   

"θέλω να μου δώσεις δέκα κασόνια λίρες", λέει ο μούτσος. 

σηκώνεται το πρωί και τι να δει μπροστά του!  δέκα κασόνια μπύρες.

παίρνει το λυχνάρι θυμωμένος και πάει να το πετάξει. 

τον βλέπει ο πειρατής και τον ρωτάει "τι  κάνεις βρε πορδη μαριδας ?" 

ο μούτσος του εξηγεί το χθεσινό συμβάν και ο πειρατής του λεει :    " μωρη ταπα, νομίζεις πως εγώ ζήτησα 40 πόντους μούτσο?" 

 

 

δύο φίλοι συναντιούνται μετά από καιρό.  

Μήτσο αδερφέ μου που είσαι χαμένος?  

ε, να ρε Θανάση ξέρεις πολλές δουλειές. 

τί κάνεις σήμερα το βράδυ?  πάμε για καφέ;  

δεν μπορώ σήμερα,  λείπει ο Βαγγέλης.   αύριο μπορείς?   μπά, λείπει ο Βαγγέλης.  

μεθαύριο?  

ούτε, λείπει ο Βαγγέλης. 

καλα ρε Μήτσο ποιός είναι τέλος πάντων ο Βαγγέλης? 

κοιτα φιλε μου, ούτε που τον ξέρω τον άνθρωπο, απλώς την γυναίκα του πηδάω.

 

 

στέλνει ο χωριάτης το μικρό γιο του στο φαρμακείο να του αγοράσει Viagra.  

καλημέρα σας, είμαι ο γιος του κυρ. Μήτσου και μου είπε να του αγοράσω Viagra.  

μάλιστα, απαντά η φαρμακοποιός.

θα παίρνει ένα χάπι ανά πέντε ημέρες. προσοχή να μην κάνει λάθος.

πληρώνει ο μικρός και τα πάει στον πατέρα του.  

και μην ξεχνάς μπαμπα, λέει ο μικρός, πέντε χάπια την ημέρα και να μην κάνεις λάθος.

περνάνε οι μέρες και η φαρμακοποιός βλέπει τον μικρό στο δρόμο να κλαίει.  

τι έχεις και κλαις αγορι μου?  τον ρωταει...  

τι έχω?  λεει ο μικρος...    η μάνα μου πέθανε, η αγελαδα ψόφησε, η κατσικα ψοφησε , οι κοτες είναι μόνιμα επανω στα δέντρα,  κι εμένα με πονάει ο κώλος μου...

 

 

η μικρή Μαίριλυν ρωτά την μητέρα της: "μαμά, μπορεί ένα κορίτσι 9 χρόνων να μείνει έγκυος;"

- "μα και φυσικά όχι", της άπαντα η μητέρα της σοκαρισμενη.  

τότε η Μαιριλυν γυρίζει και φωναζει στους φίλους της:  "εντάξει παιδία, μπορούμε να κάνουμε έρωτα ελεύθερα".

 

 

ενας μαυροπουκαμισας Κρητικός στο Ρέθυμνο, σταματαει μαζί με την γυναίκα του  ένα ταξί και λέει στον ταξιτζή:  "συντεκνε, βάρα μια μαλακία".  

ο ταξιτζής τρελαίνεται.  "τι είπες ρε μεγάλε?"

είπα "βάρα μια μαλακία".  

"τι είσαι ρε, τσαμπουκάς? εξω απ' το ταξί μου πρωτού..."  

πρωτού ομως ολοκληρώσει την φράση του, του κολλάει ο Κρητικός ένα 45άρι όπλο στο κεφάλι.   

"είπα "βάρα μια μαλακία" γιατί στη μπουμπούνισα! "   

ο ταξιτζής κατουρήθηκε πάνω του.  "καλά ρε φίλε, ηρέμησε, οτι πεις...  "   και βάρεσε μια μαλακία.  

"ωραία,  βάρα άλλη μία".    

"ρε φίλε..."   προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί ο ταξιτζής.  

"βάρα μια μαλακία αλλιώς στη μπουμπούνισα."   

ε τι να κάνει, βαράει άλλη μία.

αφου τον εβαλε να τον παιξει  6-7  φορες,  και μόλις του είπε να βαρέσει ακόμα μία, ο ταξιτζής διαμαρτυρήθηκε έντονα αψηφώντας το όπλο...   

"συντεκνε εφτασα στα όριά μου, δεν αντέχω άλλο. δεν μου σηκώνεται καν πια.

πυροβόλησέ με, αλλά δεν αντέχω άλλο, ελεος..."   

οπότε ο Κρητικός χώνει το πιστόλι στην τσέπη του και λέει στον ταξιτζή:

"ωραία!  πήγαινε τώρα την γυναίκα μου στα Χανιά ".

 

 

ενα αγορακι ρωτάει τον πατέρα του:  "μπαμπά, για πες μου, τι παει να πει θεωρητικά και τι πρακτικά"?  

"κοίταξε να δεις γιε μου: για να το καταλαβεις, θα κάνουμε ένα πείραμα. θα πας στη μάνα σου και στην αδερφή σου και θα τις ρωτήσεις αν θα πηγαίνανε με ένα ασχημο, κοντο γερο για 50 εκατομμυρια. "

τρεχει στη μανα του ο μικρός και τη ρωταει. 

χαρουμενος γυριζει στον πατερα του...  "μπαμπα μπαμπά έχω τα αποτελέσματα".  

"για λέγε",  του λεει ο πατερας του . 

"κοίτα, στην αρχη ειπανε πως δεν θα πηγαινανε, αλλα μετα ειπανε πως 50 εκατομμυρια  είναι αυτά..."   λεει ο μικρος .

"καταλαβες τωρα  παιδι μου? 

θεωρητικά έχουμε 50 εκατομμυρια,  πρακτικά ομως, έχουμε  δυο  καριόλες".

 

 

Μια φορά  ένα παιδάκι αγοράσε ένα παπαγάλο που μιλάει, πολυ φτηνα. 

τον εδιναν προσφορα γιατι ειχε μεγαλωσει σε μπουρδελο και εβριζε. 

μόλις έφτασε το παιδάκι λοιπόν στο σπίτι με τον παπαγάλο, τον αφήνει σε μια  γωνιά και πάει μέσα.

"χμμμ" μονολογεί ο παπαγάλος  κοιτάζοντας δεξια-αριστερά,  "φαινεται πως αλλάξαμε μπουρδέλο..."  

μόλις έφτασε στο σπίτι η μητέρα του παιδιού, "χμμμ"  λεει ξανα μονος του, "φαινεται πως  αλλάξαμε και τσατσά... " 

ερχονται μετα απο λιγο οι μεγάλες αδελφές του παιδιού .    "χμμμ.. αλλάξαμε και πουτάνες... " σκεφτεται ο παπαγαλος .  

τελευταιος ερχεται και ο πατέρας του παιδιού. 

"α", φωναζει με χαρα ο παπαγαλος,  "αλλάξαμε μπουρδέλο, αλλάξαμε τσατσά, αλλάξαμε πουτάνες, αλλά ο κυρ-Γιώργος τακτικός πελάτης".

 

 

προσπαθώντας να εντυπωσιάσει την κοπέλα στο πρώτο τους ραντεβού ,  ο νεαρός την πηγαίνει σε ένα πανάκριβο γαλλι-κό ρεστοράν , αλλά εκεί παθαίνει σόκ ,  όταν την ακούει να παραγγέλνει για τον εαυτό της δύο ορεκτικά ,  δύο σούπες , δύο σαλάτες , δύο κύρια πιάτα, χαβιαρι και δύο επιδόρπια , συν ένα μπουκάλι εξαίρετο και πανάκριβο κρασί Βουργουνδίας .

προσπαθωντας να το παιξει ανετος της λεει... "παω στοιχημα οτι ουτε η μαμά σου δεν σε ταΐζει τόσο καλά". 

"οχι" , του απαντάει εκείνη ατάραχη,  "αλλά η μαμά μου δεν σκοπεύει να με πηδήξει μετά το δείπνο".

 

 

μια μικρή ινδιάνα πηγαίνει μια μέρα στον παππού της , τον αρχηγό της φυλής , και τον ρωτάει γεμάτη περιέργεια :  "παπ-πού ,  πως δίνουμε στη φυλη μας  το όνομα μας στα παιδάκια"? 

ο γέρο - παππούς κοιτάζει τρυφερά την εγγονή του και της απαντάει :  "κορίτσι μου , όταν γεννηθεί κάποιο παιδί , του δί-νουμε ένα όνομα που θυμιζει καποιο γεγονος, που συνδεεται με τη γέννηση του".  

"αν ας πούμε  η μαμά του , τη μέρα που το γεννησε έτυχε να δει περιστέρια να πετούν , το βαφτίζουμε περιστέρια που πετούν. 

αν είδε μακριά έναν γκρίζο λύκο, το βαφτίζουμε μακρινό γκρίζο λύκο .

αν οταν εμεινε εγγυος ειχε καταιγιδα, το ονομαζουμε μεγαλη φωτεινη αστραπη".  

"καταλαβα παππου, αλλα εμενα γιατι με βγαλατε μικρη τρυπια καποτα? "

 

 

δύο γύφτισσες μαζεύουν πατάτες σε ένα χωράφι .

κάποια στιγμή, η μια βγάζει από το χώμα μια τεράστια πατάτα .

"αχ , έτσι είναι και του Μήτσου μου" ... λέει η μια . 

"τι , το έχει τόσο μεγάλο και τόσο χοντρό?" τη ρωτάει η φίλη της γεμάτη έκπληξη. 

"οχι καλέ, τόσο βρώμικο" .

 

 

πεθαίνει κάποιος και πηγαίνει στον Παράδεισο.

εκεί τον περιμένει ο Άγιος Πέτρος ο οποίος του λέει ότι επειδή ήταν καλός άνθρωπος θα τον κάνουν άγγελο.  "περίμενε έξω απο αυτό το δωμάτιο, του λέει γιατί μέσα κάνουν έναν άλλον άγγελο".

καθώς περίμενε ο φίλος μας ακούει σε μία στιγμή απο το δωμάτιο ήχο τρυπανιού και έναν ο οποίος πονούσε πάρα πολυ και ούρλιαζε. 

"τι γίνεται εκεί μέσα?"   ρωτάει τον Άγιο Πέτρο. 

"μην ανησυχείς του λέει εκείνος, απλώς του κάνουμε την τρύπα στον ώμο για να μπει το δεξί φτερό". 

μετά απο λίγο ακούει πάλι φωνές και κακό. τρυπάνια δούλευαν και έναν άνθρωπο που πονούσε πάρα πολύ. 

"τώρα τι γίνεται και ουρλιάζει έτσι?"   ρωτάει πάλι τον Άγιο Πέτρο. 

"μην σε ανησυχεί"  του απανταέι ο Άγιος Πέτρος.  "απλώς του κάνουν την τρύπα για το άλλο φτερό."  

δεν περνάνε 5 λεπτά και ακούγεται από το δωμάτιο η πιο δυνατή στριγγλιά που έχει ακουστεί ποτέ. 

δεν αντεξε αλλο,  πλησιάζει και βλέπει απο την κλειδαρότρυπα έναν με ένα τρυπάνι ο οποίος προσπαθούσε να κάνει τρύπα στο κεφάλι ενός άλλου. 

τρομαγμένος ο φίλος μας γυρίζει στον Άγιο Πέτρο και του λέει : "τώρα τι γίνεται"?   

"μην τρομάζεις απλώς του κάνει την τρύπα στο κεφάλι για να μπει το  φωτοστέφανο".  

"καλά αν είναι έτσι προτιμώ να πάω στην κόλαση,"   λέει του Άγιου Πέτρου. 

"τεκνο μου πρεπει να σε προειδοποιησω οτι στην κολαση ειναι ολοι οι αμαρτωλοι, συμπεριλαμβανομενων των κωλομπαραδων.  να το ξερεις οτι θα σε πηδηξουν", λεει ο Αγιος Πετρος .

"και τι εγινε?" απανταέι αυτός.  "η τρύπα είναι τουλαχιστον  έτοιμη".

 

 

πεθαίνουν τρεις φίλοι : ο Κώστας, ο Νίκος και ο Γιάννης και πηγαίνουν στην κόλαση. 

εκεί τους περιμενε ο διάβολος.  τους  ανοίγει μία πόρτα και βλέπουν και οι τρεις μία γυναίκα κακάσχημη, 1,30 ύψος, 200 κιλά, τόσο βρώμικη που μύριζε μέχρι εκεί που βρίσκονταν, παρά την απόσταση. 

λέει ο διάβολος :   "Κώστα, αμάρτησες και γι' αυτό θα περάσεις όλη την  αιωνιοτητα σου στο κρεβάτι με αυτή τη γυναί- κα".  και ήρθαν τα διαβολάκια και τον παίρνουν και τον πάνε σε εκείνη. 

μετά έρχεται η σειρά του Νίκου.  ανοίγει λοιπόν ο διαβολος μια άλλη πόρτα και βλέπουν μια άλλη γυναίκα  κακάσχημη, χειρότερη και από την προηγουμενη... 2,20 ύψος, 50 κιλά, πολύ βρώμικη και γεμάτη μύγες. 

λέει τοτε ο διάβολος :  "Νίκο, αμάρτησες και γι' αυτό θα περάσεις όλη την αιωνιοτητα σου στο κρεβάτι με αυτή τη γυναί-κα".  και τα διαβολάκια τον παίρνουν και τον πηγαίνουν σε αυτην. 

ο Γιάννης που είχε δει τα προηγούμενα δεν ήξερε τι να κάνει.   Είχε τρομοκρατηθεί, φοβόταν μήπως του βγει καμία  πιο κακάσχημη, αλλά εκείνη τη  στιγμή ανοίγει μια τρίτη πόρτα και βγαίνει η Σίντυ Κρώφορντ. 

ο  Γιάννης  τρελλάθηκε απο τη χαρα του,  "φαινεται πως εγω ημουν λιγοτερο αμαρτωλος, και με ανταμοιβουν" άρχισε να σκεφτεται, οπότε λέει ο διάβολος:   "Σίντυ, αμάρτησες" ....

 

 

τρεις εξερευνητές ενας Αγγλος, ενας Γάλλος και ενας Έλληνας συλλαμβάνονται από ανθρωποφάγους στην Αφρική. 

ο αρχηγός προσφέρεται να ελευθερώσει όποιον τα καταφέρει σε τρεις δοκιμασίες, να πιεί ένα τόνο κρασί, να βγάλει ένα αγκάθι από το πόδι του ιερού λιονταριού και να κάνει sex στην εκατοντάχρονη γιαγιά του. 

οδηγούν τον Αγγλο στην καλύβα με το κρασί, αρχίζει να πίνει δεν φτάνει ούτε στη μέση οπότε τον τρώνε. 

ακολουθεί ο Γάλλος το ίδιο και αυτός. 

ερχεται η σειρά του Ελληνα.   μπαίνει στην καλύβα και μετά από πέντε ώρες βγαίνει τρεκλίζοντας αφού έχει πιεί όλο το κρασί. 

τον πηγαίνουν στη δεύτερη καλύβα με το λιοντάρι,  μετά από λίγο ακούγονται βρυχηθμοί, κραυγές, ουρλιαχτά και μετά από τρεις ώρες βγαίνει ο τυπος με σχισμένα ρούχα, γρατζουνισμένος, φέσι ακόμα από το μεθύσι, οπότε λέει στον αρχηγό: - "πηγαινέ με τώρα στη γιαγιά σου να της βγάλω το αγκάθι από το πόδι".

 

 

ενας νεαρός προσλαμβάνεται υπάλληλος σε μια εταιρία μια Παρασκευή.

την επόμενη Δευτέρα παίρνει τηλέφωνο τον προϊστάμενό του και του λέει ότι είναι άρρωστος και δεν θα μπορέσει να έλθει. Ο προϊστάμενος του εύχεται περαστικά και το ξεχνάει.

Την παραπάνω Δευτέρα πάλι τα ίδια:   "είμαι άρρωστος κύριε προϊστάμενε και δεν θα μπορέσω να έλθω στη δουλειά".  

"θα 'τυχε"  σκέφτηκε ο προϊστάμενος και δεν του ξαναδίνει ιδιαίτερη σημασία. 

το φαινόμενο όμως συνεχίζεται και αρχίζουν να τον ζώνουν τα φίδια.   αρχίζει να ρωτάει τους συναδέλφους του νεαρού για το ποιόν του:   "δε μου λέτε ρέ παιδιά, τι σόϊ φρούτο είναι αυτός ο καινούργιος"?   

"πολύ πρόθυμος και εργατικός", του λένε όλοι ομόφωνα.

ο προϊστάμενος παραξενεύεται και αποφασίζει να του μιλήσει.

την επόμενη λοιπόν μέρα το πρωί τον φωνάζει στο γραφείο του και του λέει:    "πες μου παιδί μου, τι σου συμβαίνει και μας τη κοπανάς κάθε Δευτέρα?  οπως καταλαβαίνεις αυτά τα περί άρρωστου δεν τα χάβω.  θα σε σχόλαγα, αλλά επειδή δεν είσαι κακός υπάλληλος αποφάσισα να σου μιλήσω. λοιπόν τι τρέχει? 

"κοιτάχτε να δείτε κύριε προϊστάμενε", του λέει με απολογητικό ύφος ο νεαρός,

"έχω μια μικρότερη αδελφή παντρεμένη και ο άντρας της τα Σαββατοκύριακα γίνεται φέσι και όταν γυρίζει στο σπίτι την τουλουμιάζει στο ξύλο.

ετσι κάθε Δευτέρα πρωί πηγαίνω στο σπίτι της όταν φεύγει αυτός για τη δουλειά του και την παρηγορώ.

καταλαβαίνετε τώρα, χάδι στο χάδι, φιλί στο φιλί, φτιαχνομαστε και οι δύο και τελικά κανουμε ερωτα".  

"καλά, δεν το πιστεύω",  αντιδρά έξαλλος ο τμηματάρχης, "πηδας την αδελφή σου ρε?   είσαι τελείως άρρωστος !!!   

"αυτο δεν σας λεω και γώ τοσο καιρο κύριε προϊστάμενε, αλλά εσείς δεν με πιστεύετε".

 

 

κάποιος τύπος βλέπει έναν φίλο του στον δρόμο και του λέει:   "αστα είμαι χάλια.   εχω φοβερούς πόνους στον αγκώνα  μου. δεν ξέρω τι είναι. πρέπει επειγόντως να δω έναν γιατρό."  

"φίλε μου έχω νέα για σένα", του λεει ο αλλος .

"στο φαρμακείο στην γωνία έχει ένα μηχάνημα τρομερό. με ένα μικρό δείγμα ούρων, μπορεί να σου διαγνώσει οτιδήπο-τε". 

"φίλε μου τι έχω να χάσω, θα πάω."

- "πάει σπίτι λοιπόν, γεμίζει ένα ουροδοχείο με λίγα ούρα και μια και δυο πάει στο φαρμακείο με το θαυματουργό μηχά-νημα.

ρίχνει στην υποδοχή τα ούρα του, βάζει και ένα 10χίλιαρο  και περιμένει. σε ένα λεπτό το μηχάνημα αρχίζει να κάνει θορύβους, λαμπάκια αρχίζουν να αναβοσβήνουν και τελικά βγαίνει ένα χαρτάκι που λέει:   "πάσχεις από tennis elbow,  ασθέ-νεια των τενιστών. θα πρέπει να ξεκουράσεις το χέρι σου, να κάνεις θερμά λουτρά, να αποφύγεις το σήκωμα βαριών αν-τικειμένων. σε δύο εβδομάδες θα είσαι καλύτερα."   

ο τυπος δεν μπορούσε να χωνέψει τις δυνατότητες αυτού του μηχανήματος και πως είναι δυνατόν να κάνει τόσο ακριβή διάγνωση.  σκεπτόταν πόσο προχωράει η επιστήμη και αν είναι δυνατόν να κοροϊδέψει το μηχάνημα.   

παίρνει λοιπόν λίγο νερό βρύσης, λίγο αίμα από τον σκύλο του, ούρα από την γυναίκα του και την κόρη του και τέλος βαράει και μια μαλακία, τα ανακατεύει καλά και πάει στο μηχάνημα.    βάζει το δείγμα στην υποδοχή και περιμένει.   

σε ένα λεπτό το μηχάνημα αρχίζει να κάνει θορύβους, λαμπάκια αναβοσβήνουν και τελικά βγαίνει ένα χαρτάκι που  του λέει:   "το νερό της βρύσης σου είναι πολύ σκληρό - πάρε αποσκληρυντικό.  ο σκύλος σου πάσχει από αποβιταμίνωση - δώστου βιταμίνες. η κόρη σου παίρνει ναρκωτικά - βρες κλινική αποτοξίνωσης. η γυναίκα σου είναι έγκυος - δίδυμα κορίτσια - δεν είναι δικά σου - βρες δικηγόρο.   και συ αν δεν σταματήσεις να βαράς μαλακία, ο αγκώνας σου δεν θα γίνει ποτέ καλά."

 

 

www.johnniebegood.gr